καθυβρίζω
•
- βρίζω, προσβάλλω κάποιον ή κάτι πολύ βαριά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθυβρίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καθυβρίζω | καθυβρίζεις | καθυβρίζει | καθυβρίζουμε | καθυβρίζετε | καθυβρίζουν / καθυβρίζουνε |
| Παρατατικός | καθύβριζα | καθύβριζες | καθύβριζε | καθυβρίζαμε | καθυβρίζατε | καθυβρίζαν / καθυβρίζανε / καθύβριζαν |
| Αόριστος | καθύβρισα | καθύβρισες | καθύβρισε | καθυβρίσαμε | καθυβρίσατε | καθυβρίσαν / καθυβρίσανε / καθύβρισαν |
| Μέλλοντας | θα καθυβρίζω / θα καθυβρίσω | θα καθυβρίζεις / θα καθυβρίσεις | θα καθυβρίζει / θα καθυβρίσει | θα καθυβρίζουμε / θα καθυβρίσουμε | θα καθυβρίζετε / θα καθυβρίσετε | θα καθυβρίζουν / θα καθυβρίζουνε / θα καθυβρίσουν / θα καθυβρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καθυβρίσει | έχεις καθυβρίσει | έχει καθυβρίσει | έχουμε καθυβρίσει | έχετε καθυβρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καθυβρίσει | είχες καθυβρίσει | είχε καθυβρίσει | είχαμε καθυβρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καθυβρίσει / να καθυβρίζω / να καθυβρίσω | να έχεις καθυβρίσει / να καθυβρίζεις / να καθυβρίσεις | να έχει καθυβρίσει / να καθυβρίζει / να καθυβρίσει | να έχουμε καθυβρίσει / να καθυβρίζουμε / να καθυβρίσουμε | να έχετε καθυβρίσει / να καθυβρίζετε / να καθυβρίσετε | να καθυβρίζουν / να καθυβρίζουνε / να καθυβρίσουν / να καθυβρίσουνε |
| Προστακτική | — | καθύβριζε / καθύβρισε | — | — | καθυβρίζετε / καθυβρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →