καθυστέρηση
•
- το να έχει καθυστερήσει κάποιος ή κάτι, να έχει αργήσει να έρθει ή να γίνει Βικιλεξικό
- το να μην έχει έρθει σε μια γυναίκα η περίοδός της στην αναμενόμενη ημερομηνία, κάτι που ίσως σημαίνει ότι έχει μείνει έγκυος Βικιλεξικό
- η νοητική υστέρηση, το να μην έχει αναπτυχθεί νοητικά ένα άτομο όπως θα αναμενόταν συγκριτικά με άλλα άτομα της ίδιας ηλικίας Βικιλεξικό
- η αργοπορία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθυστέρηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα καθυστέρησις, απόδοση για τη γαλλική retard
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καθυστέρηση | καθυστερήσεις |
| Γενική | καθυστέρησης | καθυστερήσεων |
| Αιτιατική | καθυστέρηση | καθυστερήσεις |
| Κλητική | καθυστέρηση | καθυστερήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →