καθό
•
- λαϊκότροποεπειδή (είναι), διότι (είναι) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθό < αρχαία ελληνική καθ’ ὅ < κατά + ὅς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
καθό < αρχαία ελληνική καθ’ ὅ < κατά + ὅς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →