καθόλου
•
- ποσοτικόσε μηδενικό βαθμό, σε μηδενική ποσότητα Βικιλεξικό
- λόγιοκαθολικός, συνολικός Βικιλεξικό
- συγχέεται η περίπτωση συγκεκριμένων κληρικών με το σώμα της καθόλου Εκκλησίας (από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 20 Φεβρουαρίου 2005)
- τα καθόλου: ... Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθόλου < μεσαιωνική ελληνική καθόλου < καθ' ὅλου
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →