Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθόσον

/kaˈθo.son/επίρρημα
•
  1. απ’ όσο, σύμφωνα μ’ αυτό που, όσο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καθόσον < αρχαία ελληνική καθ' ὅσον < κατά + ὅσον < ὅσος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική en tant que

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

καθόσον

/kaˈθo.son/σύνδεσμος
•
  1. αιτιολογικόςεπειδή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καθόσον < αρχαία ελληνική καθ' ὅσον < κατά + ὅσον < ὅσος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική en tant que

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →