καιάδας
•
- κυριολεκτικάβάραθρο κοντά στην αρχαία Σπάρτη, όπου οι Σπαρτιάτες έριχναν κάποιες φορές αιχμαλώτους, κακούργους (κατά την παράδοση, και τόπος έκθεσης ανάπηρων μικρών παιδιών Βικιλεξικό
- μεταφορικάαπόρριψη, εξοβελισμός από κάποιο κοινωνικό σύνολο, έλλειψη αποδοχής Βικιλεξικό
- Υπόθεση όλων οι Καιάδες για τους ανθρώπους με αναπηρίες (* εφημερίδα Αυγή)
Ετυμολογία
καιάδας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καιάδας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καιάδας | καιάδες |
| Γενική | καιάδα | καιάδων |
| Αιτιατική | καιάδα | καιάδες |
| Κλητική | καιάδα | καιάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →