Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καινοπρεπής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςο καινοφανής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καινοπρεπής < αρχαία ελληνική καινοπρεπής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαινοπρεπήςκαινοπρεπήςκαινοπρεπές
Γενικήκαινοπρεπούςκαινοπρεπούςκαινοπρεπούς
Αιτιατικήκαινοπρεπήκαινοπρεπήκαινοπρεπές
Κλητικήκαινοπρεπή / καινοπρεπήςκαινοπρεπήςκαινοπρεπές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαινοπρεπείςκαινοπρεπείςκαινοπρεπή
Γενικήκαινοπρεπώνκαινοπρεπώνκαινοπρεπών
Αιτιατικήκαινοπρεπείςκαινοπρεπείςκαινοπρεπή
Κλητικήκαινοπρεπείςκαινοπρεπείςκαινοπρεπή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →