καινούριος
•
- που κατασκευάστηκε ή αποκτήθηκε ή εμφανίστηκε πρόσφατα Βικιλεξικό
- τα καινούρια/καινούργια μοντέλα αυτοκινήτων έχουν όλα αερόσακο
- αγόρασα καινούριο/καινούργιο αυτοκίνητο
- ήρθε στην πολυκατοικία καινούριος/καινούργιος ένοικος
- που αναμένεται να κατασκευαστεί ή να εμφανιστεί προσεχώς, ο επόμενος Βικιλεξικό
- τι περιμένετε από τον καινούριο/καινούργιο χρόνο;
Ετυμολογία
καινούριος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή καινούργιος με συνήθη γραφή ρ-ιος χωρίς την αναγραφή του [ʝ] όπως οι καταληξεις στο καθαρός-καθάριος, περίσσιος, ίσιος :* Ετυμολογική γραφή καινούργιος Κατά τον Μπαμπινιώτη, < όψιμη ελληνιστική κοινή καινούργιος < καινουργός, μεταπλασμός του καινουργής < καιν(ο)- + -ουργής < έργον, όπως και καινουργέω (ανανεώνω, αρχίζω κάτι νέο). Σημειώνει ότι «ουδέποτε υπήρξε σίγηση» του ουρανικού [ʝ].
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καινούριος | καινούρια | καινούριο |
| Γενική | καινούριου | καινούριας | καινούριου |
| Αιτιατική | καινούριο | καινούρια | καινούριο |
| Κλητική | καινούριε | καινούρια | καινούριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καινούριοι | καινούριες | καινούρια |
| Γενική | καινούριων | καινούριων | καινούριων |
| Αιτιατική | καινούριους | καινούριες | καινούρια |
| Κλητική | καινούριοι | καινούριες | καινούρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →