Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καιρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον καιρό, τα μετεωρολογικά φαινόμενα Βικιλεξικό
    • οι καιρικές συνθήκες

Ετυμολογία

καιρικός < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαιρικόςκαιρικήκαιρικό
Γενικήκαιρικούκαιρικήςκαιρικού
Αιτιατικήκαιρικόκαιρικήκαιρικό
Κλητικήκαιρικέκαιρικήκαιρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαιρικοίκαιρικέςκαιρικά
Γενικήκαιρικώνκαιρικώνκαιρικών
Αιτιατικήκαιρικούςκαιρικέςκαιρικά
Κλητικήκαιρικοίκαιρικέςκαιρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →