καιροσκοπικός
•
- που συντελεί στον καιροσκοπισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καιροσκοπικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καιροσκοπικός | καιροσκοπική | καιροσκοπικό |
| Γενική | καιροσκοπικού | καιροσκοπικής | καιροσκοπικού |
| Αιτιατική | καιροσκοπικό | καιροσκοπική | καιροσκοπικό |
| Κλητική | καιροσκοπικέ | καιροσκοπική | καιροσκοπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καιροσκοπικοί | καιροσκοπικές | καιροσκοπικά |
| Γενική | καιροσκοπικών | καιροσκοπικών | καιροσκοπικών |
| Αιτιατική | καιροσκοπικούς | καιροσκοπικές | καιροσκοπικά |
| Κλητική | καιροσκοπικοί | καιροσκοπικές | καιροσκοπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →