Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καιροφυλακτώ

/ce.ɾo.fi.laˈkto/ρήμα
•
  1. αναζητώ την κατάλληλη περίσταση για να δράσω, παραμονεύω, καραδοκώ Βικιλεξικό
    • Ήμουν τρελή· κι έτρεμα από ζήλεια βλέποντας, καθώς καιροφυλακτούσα πίσω από εκείνη τη γωνία, τη δεσποινίδα Νίνα Νικολάου να μπαίνει στο σπίτι του κ. Τασάκου.

Ετυμολογία

καιροφυλακτώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καιροφυλακτῶ / καιροφυλακτέω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαιροφυλακτώκαιροφυλακτείςκαιροφυλακτείκαιροφυλακτούμεκαιροφυλακτείτεκαιροφυλακτούν / καιροφυλακτούνε
Παρατατικόςκαιροφυλακτούσακαιροφυλακτούσεςκαιροφυλακτούσεκαιροφυλακτούσαμεκαιροφυλακτούσατεκαιροφυλακτούσαν / καιροφυλακτούσανε
Αόριστοςκαιροφυλάκτησακαιροφυλάκτησεςκαιροφυλάκτησεκαιροφυλακτήσαμεκαιροφυλακτήσατεκαιροφυλάκτησαν / καιροφυλακτήσαν / καιροφυλακτήσανε
Μέλλονταςθα καιροφυλακτήσω / θα καιροφυλακτώθα καιροφυλακτήσεις / θα καιροφυλακτείςθα καιροφυλακτήσει / θα καιροφυλακτείθα καιροφυλακτήσουμε / θα καιροφυλακτούμεθα καιροφυλακτήσετε / θα καιροφυλακτείτεθα καιροφυλακτήσουν / θα καιροφυλακτήσουνε / θα καιροφυλακτούν / θα καιροφυλακτούνε
Παρακείμενοςέχω καιροφυλακτήσειέχεις καιροφυλακτήσειέχει καιροφυλακτήσειέχουμε καιροφυλακτήσειέχετε καιροφυλακτήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καιροφυλακτήσειείχες καιροφυλακτήσειείχε καιροφυλακτήσειείχαμε καιροφυλακτήσει——
Υποτακτικήνα έχω καιροφυλακτήσει / να καιροφυλακτήσω / να καιροφυλακτώνα έχεις καιροφυλακτήσει / να καιροφυλακτήσεις / να καιροφυλακτείςνα έχει καιροφυλακτήσει / να καιροφυλακτήσει / να καιροφυλακτείνα έχουμε καιροφυλακτήσει / να καιροφυλακτήσουμε / να καιροφυλακτούμενα έχετε καιροφυλακτήσει / να καιροφυλακτήσετε / να καιροφυλακτείτενα καιροφυλακτήσουν / να καιροφυλακτήσουνε / να καιροφυλακτούν / να καιροφυλακτούνε
Προστακτική—καιροφυλάκτει / καιροφυλάκτησε——καιροφυλακτήστε / καιροφυλακτείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →