Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καισαρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στον καίσαρα Βικιλεξικό
  2. ιστορίαπου αναφέρεται στον αυτοκράτορα (από τη γερμανική λέξη kaiserlich) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καισαρικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαισαρικόςκαισαρικήκαισαρικό
Γενικήκαισαρικούκαισαρικήςκαισαρικού
Αιτιατικήκαισαρικόκαισαρικήκαισαρικό
Κλητικήκαισαρικέκαισαρικήκαισαρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαισαρικοίκαισαρικέςκαισαρικά
Γενικήκαισαρικώνκαισαρικώνκαισαρικών
Αιτιατικήκαισαρικούςκαισαρικέςκαισαρικά
Κλητικήκαισαρικοίκαισαρικέςκαισαρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →