καισαρικός
•
- που αναφέρεται στον καίσαρα Βικιλεξικό
- ιστορίαπου αναφέρεται στον αυτοκράτορα (από τη γερμανική λέξη kaiserlich) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καισαρικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καισαρικός | καισαρική | καισαρικό |
| Γενική | καισαρικού | καισαρικής | καισαρικού |
| Αιτιατική | καισαρικό | καισαρική | καισαρικό |
| Κλητική | καισαρικέ | καισαρική | καισαρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καισαρικοί | καισαρικές | καισαρικά |
| Γενική | καισαρικών | καισαρικών | καισαρικών |
| Αιτιατική | καισαρικούς | καισαρικές | καισαρικά |
| Κλητική | καισαρικοί | καισαρικές | καισαρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →