καισαροπαπισμός
•
- η συνένωση στο ίδιο πρόσωπο της κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας Βικιλεξικό
- ειδικότερατο πολιτειακό σύστημα κατά το οποίο η εκκλησία είναι υποταγμένη στην πολιτική εξουσία σε αντίθεση με τον παποκαισαρισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καισαροπαπισμός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καισαροπαπισμός | καισαροπαπισμοί |
| Γενική | καισαροπαπισμού | καισαροπαπισμών |
| Αιτιατική | καισαροπαπισμό | καισαροπαπισμούς |
| Κλητική | καισαροπαπισμέ | καισαροπαπισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →