κακάρισμα
•
- φωνή ζώουη φωνή της κότας Βικιλεξικό
- μεταφορικάτα δυνατά (κακαριστά) γέλια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακάρισμα < (κακαρίζω) κακαρισ- + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κακάρισμα | κακαρίσματα |
| Γενική | κακαρίσματος | κακαρισμάτων |
| Αιτιατική | κακάρισμα | κακαρίσματα |
| Κλητική | κακάρισμα | κακαρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →