κακάσχημος
•
- προφορικόπου είναι πάρα πολύ άσχημος στην εμφάνιση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακάσχημος < κακ(ός) + άσχημος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακάσχημος | κακάσχημη | κακάσχημο |
| Γενική | κακάσχημου | κακάσχημης | κακάσχημου |
| Αιτιατική | κακάσχημο | κακάσχημη | κακάσχημο |
| Κλητική | κακάσχημε | κακάσχημη | κακάσχημο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακάσχημοι | κακάσχημες | κακάσχημα |
| Γενική | κακάσχημων | κακάσχημων | κακάσχημων |
| Αιτιατική | κακάσχημους | κακάσχημες | κακάσχημα |
| Κλητική | κακάσχημοι | κακάσχημες | κακάσχημα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →