κακίστρα
•
- οικείογυναίκα κακιά και μοχθηρή Βικιλεξικό
- Καμωματού, ναζού, μαστόρισσα, αντροχωρίστρα, ξεμυαλίστρα, / με έκανες και χώρισα και μ’ έδιωξες, κακίστρα.
Ετυμολογία
κακίστρα < (κακίζω) κακισ- + -τρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κακίστρα | κακίστρες |
| Γενική | κακίστρας | — |
| Αιτιατική | κακίστρα | κακίστρες |
| Κλητική | κακίστρα | κακίστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →