Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακίστρα

/kaˈci.stɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικείογυναίκα κακιά και μοχθηρή Βικιλεξικό
    • Καμωματού, ναζού, μαστόρισσα, αντροχωρίστρα, ξεμυαλίστρα, / με έκανες και χώρισα και μ’ έδιωξες, κακίστρα.

Ετυμολογία

κακίστρα < (κακίζω) κακισ- + -τρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκακίστρακακίστρες
Γενικήκακίστρας—
Αιτιατικήκακίστρακακίστρες
Κλητικήκακίστρακακίστρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →