κακαδιάζω
•
- σχηματίζω κακάδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακαδιάζω < κακάδ(ι) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κακαδιάζω | κακαδιάζεις | κακαδιάζει | κακαδιάζουμε | κακαδιάζετε | κακαδιάζουν / κακαδιάζουνε |
| Παρατατικός | κακάδιαζα | κακάδιαζες | κακάδιαζε | κακαδιάζαμε | κακαδιάζατε | κακάδιαζαν / κακαδιάζαν / κακαδιάζανε |
| Αόριστος | κακάδιασα | κακάδιασες | κακάδιασε | κακαδιάσαμε | κακαδιάσατε | κακάδιασαν / κακαδιάσαν / κακαδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα κακαδιάζω / θα κακαδιάσω | θα κακαδιάζεις / θα κακαδιάσεις | θα κακαδιάζει / θα κακαδιάσει | θα κακαδιάζουμε / θα κακαδιάσουμε | θα κακαδιάζετε / θα κακαδιάσετε | θα κακαδιάζουν / θα κακαδιάζουνε / θα κακαδιάσουν / θα κακαδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κακαδιάσει | έχεις κακαδιάσει | έχει κακαδιάσει | έχουμε κακαδιάσει | έχετε κακαδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κακαδιάσει | είχες κακαδιάσει | είχε κακαδιάσει | είχαμε κακαδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κακαδιάσει / να κακαδιάζω / να κακαδιάσω | να έχεις κακαδιάσει / να κακαδιάζεις / να κακαδιάσεις | να έχει κακαδιάσει / να κακαδιάζει / να κακαδιάσει | να έχουμε κακαδιάσει / να κακαδιάζουμε / να κακαδιάσουμε | να έχετε κακαδιάσει / να κακαδιάζετε / να κακαδιάσετε | να κακαδιάζουν / να κακαδιάζουνε / να κακαδιάσουν / να κακαδιάσουνε |
| Προστακτική | — | κακάδιαζε / κακάδιασε | — | — | κακαδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κακαδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →