Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακανθρωπίσματα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικόοι καλικάντζαροι Βικιλεξικό
    • Την περίοδο των Χριστουγέννων έως και τα Θεοφάνια, οι σύγχρονοι παραμυθάδες βγάζουν από το σεντούκι ιστοριούλες με καλικάντζαρους, που πολλές φορές τρομάζουν τα παιδιά και άλλες «σκάνε στα γέλια με αυτά τα γελοία μαυριδερά πλάσματα που λέγονται και κατουρλήδες, καήδες, κακανθρωπίσματα, καρκαντζούλια». (*)

Ετυμολογία

κακανθρωπίσματα < μεσαιωνική ελληνική κακανθρωπίζω + -ματα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκακανθρωπίσματακακανθρωπίσματα
Γενική—κακανθρωπισμάτων
Αιτιατική—κακανθρωπίσματα
Κλητική—κακανθρωπίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →