κακεμφάτως
•
- αρχαιοπρεπέςμε κακέμφατο τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακεμφάτως < ελληνιστική κοινή κακεμφάτως < κακέμφατος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
κακεμφάτως < ελληνιστική κοινή κακεμφάτως < κακέμφατος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →