κακοήθης
•
- για άνθρωποπου έχει κακή και ανήθικη σκέψη και συμπεριφορά Βικιλεξικό
- για συμπεριφοράπου εκπορεύεται ή αφορά έναν τέτοιον άνθρωπο Βικιλεξικό
- ιατρικήχαρακτηρισμός ασθένειας που εξελίσσεται άσχημα και ενίοτε θανατηφόρα Βικιλεξικό
- Συνολικά μπορούμε να πούμε ότι τα κακοήθη νεοπλάσματα είναι ουσιωδώς νοσήματα φθοράς και για τον λόγο αυτόν εμφανίζονται αυξανόμενα με την πρόοδο της ηλικίας. (@efsyn.gr)
- Η ελληνίδα ερευνήτρια προσέθεσε ότι προηγούμενες μελέτες έχουν συνδέσει το σολάριουμ και με το κακόηθες μελάνωμα, την πιο θανατηφόρο μορφή καρκίνου του δέρματος. (@tovima.gr)
Ετυμολογία
κακοήθης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κακοήθης. Συγχρονικά αναλύεται σε κακο- + -ήθης (ήθος) :* για τον όρο της ιατρικής < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική malin
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακοήθης | — | κακόηθες |
| Γενική | κακοήθους | — | κακοήθους |
| Αιτιατική | κακοήθη | — | κακόηθες |
| Κλητική | κακοήθη | — | κακόηθες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακοήθεις | — | κακοήθη |
| Γενική | κακοήθων | — | κακοήθων |
| Αιτιατική | κακοήθεις | — | κακοήθη |
| Κλητική | κακοήθεις | — | κακοήθη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →