κακοβαλμένος
•
- που είναι βαλμένος σε κακή θέση, δεν έχει τοποθετηθεί σωστά Βικιλεξικό
- που δεν έχει ντυθεί σωστά ή κομψά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακοβαλμένος < κακο- + βαλμένος
Άλλοι τύποι
κακοβαλμένακακοβαλμένεκακοβαλμένεςκακοβαλμένηκακοβαλμένηςκακοβαλμένοκακοβαλμένοικακοβαλμένοςκακοβαλμένουκακοβαλμένουςκακοβαλμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →