κακογουστιά
•
- η έλλειψη καλαισθησίας, καλού γούστου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακογουστιά < κακόγουστος + -ιά < κακο- + γούστο < βενετική gusto < λατινική gustus < πρωτοϊταλική *gustus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵéwstus (γεύομαι) < *ǵews (δοκιμάζω, γεύομαι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κακογουστιά | κακογουστιές |
| Γενική | κακογουστιάς | κακογουστιών |
| Αιτιατική | κακογουστιά | κακογουστιές |
| Κλητική | κακογουστιά | κακογουστιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →