κακογράφω
•
- γράφω δυσανάγνωστα Βικιλεξικό
- είμαι ανίκανος στον γραπτό λόγο Βικιλεξικό
- γράφω χωρίς συνοχή-ενδιαφέρον-γλαφυρότητα-ταλέντο-επινοητικότητα-καινοτομία-λογική-πλάνο-σκοπό-πάθος
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κακογράφω | κακογράφεις | κακογράφει | κακογράφουμε | κακογράφετε | κακογράφουν / κακογράφουνε |
| Παρατατικός | έκακογραφα | έκακογραφες | έκακογραφε | κακογράφαμε | κακογράφατε | έκακογραφαν / κακογράφαν / κακογράφανε |
| Αόριστος | έκακογραψα | έκακογραψες | έκακογραψε | κακογράψαμε | κακογράψατε | έκακογραψαν / κακογράψαν / κακογράψανε |
| Μέλλοντας | θα κακογράφω / θα κακογράψω | θα κακογράφεις / θα κακογράψεις | θα κακογράφει / θα κακογράψει | θα κακογράφουμε / θα κακογράψουμε | θα κακογράφετε / θα κακογράψετε | θα κακογράφουν / θα κακογράφουνε / θα κακογράψουν / θα κακογράψουνε |
| Παρακείμενος | έχω κακογράψει | έχεις κακογράψει | έχει κακογράψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κακογράψει | είχες κακογράψει | είχε κακογράψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κακογράψει / να κακογράφω / να κακογράψω | να έχεις κακογράψει / να κακογράφεις / να κακογράψεις | να έχει κακογράψει / να κακογράφει / να κακογράψει | να κακογράφουμε / να κακογράψουμε | να κακογράφετε / να κακογράψετε | να κακογράφουν / να κακογράφουνε / να κακογράψουν / να κακογράψουνε |
| Προστακτική | — | έχε κακογραμμένο / κακογράφε / κακογράψε | — | — | κακογράφετε / κακογράψτε, κακογράφτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →