Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακογράφω

ρήμα
•
  1. γράφω δυσανάγνωστα Βικιλεξικό
  2. είμαι ανίκανος στον γραπτό λόγο Βικιλεξικό
    • γράφω χωρίς συνοχή-ενδιαφέρον-γλαφυρότητα-ταλέντο-επινοητικότητα-καινοτομία-λογική-πλάνο-σκοπό-πάθος

Ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκακογράφωκακογράφειςκακογράφεικακογράφουμεκακογράφετεκακογράφουν / κακογράφουνε
Παρατατικόςέκακογραφαέκακογραφεςέκακογραφεκακογράφαμεκακογράφατεέκακογραφαν / κακογράφαν / κακογράφανε
Αόριστοςέκακογραψαέκακογραψεςέκακογραψεκακογράψαμεκακογράψατεέκακογραψαν / κακογράψαν / κακογράψανε
Μέλλονταςθα κακογράφω / θα κακογράψωθα κακογράφεις / θα κακογράψειςθα κακογράφει / θα κακογράψειθα κακογράφουμε / θα κακογράψουμεθα κακογράφετε / θα κακογράψετεθα κακογράφουν / θα κακογράφουνε / θα κακογράψουν / θα κακογράψουνε
Παρακείμενοςέχω κακογράψειέχεις κακογράψειέχει κακογράψει———
Υπερσυντέλικοςείχα κακογράψειείχες κακογράψειείχε κακογράψει———
Υποτακτικήνα έχω κακογράψει / να κακογράφω / να κακογράψωνα έχεις κακογράψει / να κακογράφεις / να κακογράψειςνα έχει κακογράψει / να κακογράφει / να κακογράψεινα κακογράφουμε / να κακογράψουμενα κακογράφετε / να κακογράψετενα κακογράφουν / να κακογράφουνε / να κακογράψουν / να κακογράψουνε
Προστακτική—έχε κακογραμμένο / κακογράφε / κακογράψε——κακογράφετε / κακογράψτε, κακογράφτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κακογραφώ

ρήμα
•
  1. γράφω στρεβλώνωντας τα σχήματα των γραμμάτων καθιστώντας δύσκολη την ανάγνωση Βικιλεξικό
  2. είμαι ατάλαντος στον γραπτό λόγο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →