Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακοδιοίκηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κακή και αναποτελεσματική διοίκηση Βικιλεξικό
    • Έκανε λόγο για υπέρογκες σπατάλες, κακοδιοίκηση και κακοδιαχείριση, μη εφαρμογή των νόμων, μη αξιολόγηση των δομών και των υπηρεσιών που προσφέρουν (Καταγγελίες Σκοπούλη για κακοδιαχείριση, iefimerida.gr)

Ετυμολογία

κακοδιοίκηση < κακο- + διοίκηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκακοδιοίκησηκακοδιοικήσεις
Γενικήκακοδιοίκησηςκακοδιοικήσεων
Αιτιατικήκακοδιοίκησηκακοδιοικήσεις
Κλητικήκακοδιοίκησηκακοδιοικήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →