κακοθανατίζω
•
- πεθαίνω με κακό, μακρόχρονο ή οδυνηρό τρόπο Βικιλεξικό
- καταριέμαι κάποιον να βρει τέτοιο θάνατο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακοθανατίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κακοθανατίζω | κακοθανατίζεις | κακοθανατίζει | κακοθανατίζουμε | κακοθανατίζετε | κακοθανατίζουν / κακοθανατίζουνε |
| Παρατατικός | κακοθανάτιζα | κακοθανάτιζες | κακοθανάτιζε | κακοθανατίζαμε | κακοθανατίζατε | κακοθανάτιζαν / κακοθανατίζαν / κακοθανατίζανε |
| Αόριστος | κακοθανάτισα | κακοθανάτισες | κακοθανάτισε | κακοθανατίσαμε | κακοθανατίσατε | κακοθανάτισαν / κακοθανατίσαν / κακοθανατίσανε |
| Μέλλοντας | θα κακοθανατίζω / θα κακοθανατίσω | θα κακοθανατίζεις / θα κακοθανατίσεις | θα κακοθανατίζει / θα κακοθανατίσει | θα κακοθανατίζουμε / θα κακοθανατίσουμε | θα κακοθανατίζετε / θα κακοθανατίσετε | θα κακοθανατίζουν / θα κακοθανατίζουνε / θα κακοθανατίσουν / θα κακοθανατίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κακοθανατίσει | έχεις κακοθανατίσει | έχει κακοθανατίσει | έχουμε κακοθανατίσει | έχετε κακοθανατίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κακοθανατίσει | είχες κακοθανατίσει | είχε κακοθανατίσει | είχαμε κακοθανατίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κακοθανατίσει / να κακοθανατίζω / να κακοθανατίσω | να έχεις κακοθανατίσει / να κακοθανατίζεις / να κακοθανατίσεις | να έχει κακοθανατίσει / να κακοθανατίζει / να κακοθανατίσει | να έχουμε κακοθανατίσει / να κακοθανατίζουμε / να κακοθανατίσουμε | να έχετε κακοθανατίσει / να κακοθανατίζετε / να κακοθανατίσετε | να κακοθανατίζουν / να κακοθανατίζουνε / να κακοθανατίσουν / να κακοθανατίσουνε |
| Προστακτική | — | κακοθανάτιζε / κακοθανάτισε | — | — | κακοθανατίζετε / κακοθανατίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →