Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακόλογος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κακολογεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακόλογος < μεσαιωνική ελληνική κακόλογος < αρχαία ελληνική κακολόγος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακόλογοςκακόλογηκακόλογο
Γενικήκακόλογουκακόλογηςκακόλογου
Αιτιατικήκακόλογοκακόλογηκακόλογο
Κλητικήκακόλογεκακόλογηκακόλογο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακόλογοικακόλογεςκακόλογα
Γενικήκακόλογωνκακόλογωνκακόλογων
Αιτιατικήκακόλογουςκακόλογεςκακόλογα
Κλητικήκακόλογοικακόλογεςκακόλογα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κακολόγος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που του αρέσει να κακολογεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακολόγος < αρχαία ελληνική κακολόγος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακολόγοςκακολόγακακολόγο
Γενικήκακολόγουκακολόγαςκακολόγου
Αιτιατικήκακολόγοκακολόγακακολόγο
Κλητικήκακολόγεκακολόγακακολόγο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακολόγοικακολόγεςκακολόγα
Γενικήκακολόγωνκακολόγωνκακολόγων
Αιτιατικήκακολόγουςκακολόγεςκακολόγα
Κλητικήκακολόγοικακολόγεςκακολόγα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →