κακομαθημένος
•
- που έχει ή τον έχουν κακομάθει Βικιλεξικό
- αγενής, ανάγωγος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακομαθημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κακομαθαίνω
Άλλοι τύποι
κακομαθημένακακομαθημένεκακομαθημένεςκακομαθημένηκακομαθημένηςκακομαθημένοκακομαθημένοικακομαθημένοςκακομαθημένουκακομαθημένουςκακομαθημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →