κακομελετώ
•
- βάζω με το νου μου κάτι κακό ή προμαντεύω κάτι κακό Βικιλεξικό
- δεν μελετώ καλά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακομελετώ < κακο- + μελετώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
κακομελετώ < κακο- + μελετώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →