κακομοιριάζω
•
- αμετάβατογίνομαι ή αισθάνομαι κακομοίρης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακομοιριάζω< κακομοίρ(ης) + -ιάζω. Συνήθως στην παθητική μετοχήκακομοιρασμένος
Άλλοι τύποι
κακομοίριασακακομοιριασμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →