Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακονυχτισμένος

/ka.ko.ni.xtiˈzme.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. που πέρασε δυσάρεστη νύχτα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπου δεν κοιμήθηκε καλά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακονυχτισμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κακονυχτίζω με θέμα κακονυχτισ-, κακονυχτάω / κακονυχτώ < κακο- + → δείτε τη λέξη νύχτα

Άλλοι τύποι

κακονυχτισμένακακονυχτισμένεκακονυχτισμένεςκακονυχτισμένηκακονυχτισμένηςκακονυχτισμένοκακονυχτισμένοικακονυχτισμένοςκακονυχτισμένουκακονυχτισμένουςκακονυχτισμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →