κακονυχτισμένος
•
- που πέρασε δυσάρεστη νύχτα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου δεν κοιμήθηκε καλά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακονυχτισμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κακονυχτίζω με θέμα κακονυχτισ-, κακονυχτάω / κακονυχτώ < κακο- + → δείτε τη λέξη νύχτα
Άλλοι τύποι
κακονυχτισμένακακονυχτισμένεκακονυχτισμένεςκακονυχτισμένηκακονυχτισμένηςκακονυχτισμένοκακονυχτισμένοικακονυχτισμένοςκακονυχτισμένουκακονυχτισμένουςκακονυχτισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →