κακοπάθημα
•
- το αποτέλεσμα του κακοπαθαίνω, Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακοπάθημα < (κακοπαθαίνω, κακοπαθώ) κακοπάθη-+ -μα. Μορφολογικά αναλύεται σε κακο- + πάθημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κακοπάθημα | κακοπαθήματα |
| Γενική | κακοπαθήματος | κακοπαθημάτων |
| Αιτιατική | κακοπάθημα | κακοπαθήματα |
| Κλητική | κακοπάθημα | κακοπαθήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →