κακοπέραση
•
- το να μην περνάς καλά, το να κακοπερνάς Βικιλεξικό
- Μην ξεχνάς πως δεν έζησα πάντα στο παλάτι, πως έμαθα από κούραση και κακοπέραση. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
Ετυμολογία
κακοπέραση < (κακοπερνάω) κακοπερασ- + -ση
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →