κακοπερνάω
•
- περνάω άσχημα, με ταλαιπωρίες, χωρίς ανέσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακοπερνάω < κακο- + περνάω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κακοπερνάω / κακοπερνώ | κακοπερνάς | κακοπερνά / κακοπερνάει | κακοπερνάμε / κακοπερνούμε | κακοπερνάτε | κακοπερνάν / κακοπερνάνε / κακοπερνούν / κακοπερνούνε |
| Παρατατικός | κακοπερνούσα | κακοπερνούσες | κακοπερνούσε | κακοπερνούσαμε | κακοπερνούσατε | κακοπερνούσαν / κακοπερνούσανε |
| Αόριστος | κακοπέρασα | κακοπέρασες | κακοπέρασε | κακοπεράσαμε | κακοπεράσατε | κακοπέρασαν / κακοπεράσαν / κακοπεράσανε |
| Μέλλοντας | θα κακοπεράσω / θα κακοπερνάω / θα κακοπερνώ | θα κακοπεράσεις / θα κακοπερνάς | θα κακοπεράσει / θα κακοπερνά / θα κακοπερνάει | θα κακοπεράσουμε / θα κακοπερνάμε / θα κακοπερνούμε | θα κακοπεράσετε / θα κακοπερνάτε | θα κακοπεράσουν / θα κακοπεράσουνε / θα κακοπερνάν / θα κακοπερνάνε / θα κακοπερνούν / θα κακοπερνούνε |
| Παρακείμενος | έχω κακοπεράσει | έχεις κακοπεράσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κακοπεράσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κακοπεράσει / να κακοπεράσω / να κακοπερνάω / να κακοπερνώ | να έχεις κακοπεράσει / να κακοπεράσεις / να κακοπερνάς | να κακοπεράσει / να κακοπερνά / να κακοπερνάει | να κακοπεράσουμε / να κακοπερνάμε / να κακοπερνούμε | να κακοπεράσετε / να κακοπερνάτε | να κακοπεράσουν / να κακοπεράσουνε / να κακοπερνάν / να κακοπερνάνε / να κακοπερνούν / να κακοπερνούνε |
| Προστακτική | — | κακοπέρασε / κακοπέρνα / κακοπέρναγε | — | — | κακοπερνάτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κακοπεράστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →