Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακοποιούμαι

ρήμα
•
  1. υφίσταμαι κάποια μορφή κακοποίησης, κακομεταχείρισης, σε ποικίλους βαθμούς (από φραστική, λεκτική, προσβλητική στα λόγια έως σεξουαλική κακοποίηση ή ξυλοδαρμό), πέφτω θύμα βίας διαφόρων μορφών και έντασης Βικιλεξικό
  2. στο τρίτο πρόσωπουφίσταμαι κακομεταχείριση στα χέρια εκεινων που ανέλαβαν να με παρουσιάσουν (για κείμενα, θεατρικά έργα, κινηματογραφικά, για κακές μεταφράσεις) με παραλλάσσουν ή με διασκευάζουν με τρόπο που προσβάλλει τον αρχικό δημιουργό μου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος κακοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκακοποιούμαικακοποιείσαικακοποιείταικακοποιούμαστεκακοποιείστεκακοποιούνται
Παρατατικόςκακοποιούμουνκακοποιούσουνκακοποιούντανκακοποιούμασταν / κακοποιούμαστεκακοποιούσασταν / κακοποιούσαστεκακοποιούνταν
Αόριστοςκακοποιήθηκακακοποιήθηκεςκακοποιήθηκεκακοποιηθήκαμεκακοποιηθήκατεκακοποιήθηκαν / κακοποιηθήκαν / κακοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα κακοποιηθώ / θα κακοποιούμαιθα κακοποιείσαι / θα κακοποιηθείςθα κακοποιείται / θα κακοποιηθείθα κακοποιηθούμε / θα κακοποιούμαστεθα κακοποιείστε / θα κακοποιηθείτεθα κακοποιηθούν / θα κακοποιηθούνε / θα κακοποιούνται
Παρακείμενοςέχω κακοποιηθείέχεις κακοποιηθείέχει κακοποιηθείέχουμε κακοποιηθείέχετε κακοποιηθείέχουν κακοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα κακοποιηθείείχες κακοποιηθείείχε κακοποιηθείείχαμε κακοποιηθείείχατε κακοποιηθείείχαν κακοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω κακοποιηθεί / να κακοποιηθώ / να κακοποιούμαινα έχεις κακοποιηθεί / να κακοποιείσαι / να κακοποιηθείςνα έχει κακοποιηθεί / να κακοποιείται / να κακοποιηθείνα έχουμε κακοποιηθεί / να κακοποιηθούμε / να κακοποιούμαστενα έχετε κακοποιηθεί / να κακοποιείστε / να κακοποιηθείτενα έχουν κακοποιηθεί / να κακοποιηθούν / να κακοποιηθούνε / να κακοποιούνται
Προστακτική—κακοποιήσου——κακοποιείστε / κακοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →