Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακοπροαίρετος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει κακή διάθεση, που έχει σκοπό να βλάψει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακοπροαίρετος < κακο- + προαίρε(σις) -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακοπροαίρετοςκακοπροαίρετηκακοπροαίρετο
Γενικήκακοπροαίρετουκακοπροαίρετηςκακοπροαίρετου
Αιτιατικήκακοπροαίρετοκακοπροαίρετηκακοπροαίρετο
Κλητικήκακοπροαίρετεκακοπροαίρετηκακοπροαίρετο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακοπροαίρετοικακοπροαίρετεςκακοπροαίρετα
Γενικήκακοπροαίρετωνκακοπροαίρετωνκακοπροαίρετων
Αιτιατικήκακοπροαίρετουςκακοπροαίρετεςκακοπροαίρετα
Κλητικήκακοπροαίρετοικακοπροαίρετεςκακοπροαίρετα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →