κακοταίριασμα
•
- το παραταίριασμα, συνδυασμός παράταιρων συστατικών Βικιλεξικό
- για υλικά που δεν εφαρμόζουν σωστά Βικιλεξικό
- το κακοταίριασμα του φαγωμένου-φθαρμένου κλειδιού στην κλειδαριά, με ανάγκασε-υποχρέωσε να φέρω-καλέσω κλειδαρά
Ετυμολογία
κακοταίριασμα < κακο- + ταίριασμα ( < ταιριάζω + -μα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κακοταίριασμα | κακοταιριάσματα |
| Γενική | κακοταιριάσματος | κακοταιριασμάτων |
| Αιτιατική | κακοταίριασμα | κακοταιριάσματα |
| Κλητική | κακοταίριασμα | κακοταιριάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →