κακοτοπιά
•
- κυριολεκτικάο τόπος επικίνδυνος ή δύσβατος Βικιλεξικό
- μεταφορικάη άσχημη κατάσταση που προσπαθεί κάποιος να αποφύγει ή να αντιμετωπίσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακοτοπιά < μεσαιωνική ελληνική κακοτοπία < αρχαία ελληνική κακός + τόπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κακοτοπιά | κακοτοπιές |
| Γενική | κακοτοπιάς | κακοτοπιών |
| Αιτιατική | κακοτοπιά | κακοτοπιές |
| Κλητική | κακοτοπιά | κακοτοπιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →