Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακοτυχία

/ka.ko.tiˈçi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η άσχημη τύχη, το να συμβαίνουν σε κάποιον δυσάρεστα γεγονότα (που συχνά δεν μπορεί αυτός να ελέγχει) Βικιλεξικό
  2. η εκδήλωση κάποιου δυσάρεστου γεγονότος Βικιλεξικό
    • …κι έσκασε το λάστιχο! Τι κακοτυχία!

Ετυμολογία

κακοτυχία < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κακοτυχία < αρχαία ελληνική κακοτυχής. Συγχρονικά αναλύεται σε κακο- + τύχ(η) + -ία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκακοτυχίακακοτυχίες
Γενικήκακοτυχίαςκακοτυχιών
Αιτιατικήκακοτυχίακακοτυχίες
Κλητικήκακοτυχίακακοτυχίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →