κακοτυχία
•
- η άσχημη τύχη, το να συμβαίνουν σε κάποιον δυσάρεστα γεγονότα (που συχνά δεν μπορεί αυτός να ελέγχει) Βικιλεξικό
- η εκδήλωση κάποιου δυσάρεστου γεγονότος Βικιλεξικό
- …κι έσκασε το λάστιχο! Τι κακοτυχία!
Ετυμολογία
κακοτυχία < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κακοτυχία < αρχαία ελληνική κακοτυχής. Συγχρονικά αναλύεται σε κακο- + τύχ(η) + -ία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κακοτυχία | κακοτυχίες |
| Γενική | κακοτυχίας | κακοτυχιών |
| Αιτιατική | κακοτυχία | κακοτυχίες |
| Κλητική | κακοτυχία | κακοτυχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →