κακουρές
•
- κρητικάκακοφτιαγμένος, αδύναμος, ανίσχυρος, ελαττωματικός Βικιλεξικό
- κρητικάάθλιος, ανυπόληπτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακουρές < κακούρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κακουρές | κακουρέδες |
| Γενική | κακουρέ | κακουρέδων |
| Αιτιατική | κακουρέ | κακουρέδες |
| Κλητική | κακουρέ | κακουρέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →