Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακοφαγία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κατανάλωση φαγητών τα οποία χαρακτηρίζονται κακής ποιότητας Βικιλεξικό
    • ...πριν από αρκετά χρόνια ξεκίνησε σχετικά μαθήματα μαγειρικής σε μια προσπάθεια να καταπολεμήσει την «κακοφαγία», υποστηρίζοντας ότι και τα παιδιά έχουν δικαίωμα στη γαστρονομική εκπαίδευση. (Αθηνόραμα, Και τα παιδιά καλοπερνάνε στο Φεστιβάλ «Ελλάδα Γιορτή Γεύσεις Χριστούγεννα 2014», 01/12/2014 https://www.athinorama.gr/cityvibe/article/kai_ta_paidia_kalopernane_sto_festibal_ellada_giorti_geuseis_xristougenna_2014_-2503246.html)
  2. η κατανάλωση μικρής ποσότητας φαγητού Βικιλεξικό
    • Mα και εμείς τότε δουλεύαμε και μάλιστα σε πιο σκληρές συνθήκες από ήλιο σε ήλιο, στα σκάματα, στον τρύγο, σε εργοτάξια και μάλιστα με μικρό μεροκάματο και κακοφαγία και όμως το βράδυ που σχολούσαμε, η όρεξη ήταν αγκάθα άμα ετύχενε παρέα για γλέντι. (Εφημερίδα Πατρίς, 16/9/2005 https://archive.patris.gr/articles/68919)

Ετυμολογία

κακοφαγία < κακο- + -φαγία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκακοφαγίακακοφαγίες
Γενικήκακοφαγίαςκακοφαγιών
Αιτιατικήκακοφαγίακακοφαγίες
Κλητικήκακοφαγίακακοφαγίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →