Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακοψυχιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποη κακοψυχία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακοψυχιά < κακοψυχία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκακοψυχιάκακοψυχιές
Γενικήκακοψυχιάςκακοψυχιών
Αιτιατικήκακοψυχιάκακοψυχιές
Κλητικήκακοψυχιάκακοψυχιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κακοψύχια

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοκατάρες Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοη ναυτία και τα σχετικά συμπτώματα των εγκύων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακοψύχια < πληθυντικός αριθμός του κακοψύχι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκακοψύχιακακοψύχια
Γενική——
Αιτιατική—κακοψύχια
Κλητική—κακοψύχια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κακοψυχία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος κακόψυχος, η ιδιότητα του κακόψυχου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακοψυχία < μεσαιωνική ελληνική κακοψυχία < ελληνιστική κοινή κακοψυχία < αρχαία ελληνική κακός + ψυχή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκακοψυχίακακοψυχίες
Γενικήκακοψυχίαςκακοψυχιών
Αιτιατικήκακοψυχίακακοψυχίες
Κλητικήκακοψυχίακακοψυχίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →