κακτοειδής
•
- βοτανικήπου περιλαμβάνει φυτά της οικογένειας Cactaceae, που είναι δικοτυλήδονα, έχουν αγκάθια κι αντέχουν στην ξηρασία Βικιλεξικό
- βοτανικήκακτοειδές ή στον πληθυντικό κακτοειδή: φυτά της οικογένειας Cactaceae Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακτοειδής < κάκτος + -ειδής < νεολατινική cactus < λατινική cactus < λατινική κάκτος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική cactacées)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακτοειδής | κακτοειδής | κακτοειδές |
| Γενική | κακτοειδούς | κακτοειδούς | κακτοειδούς |
| Αιτιατική | κακτοειδή | κακτοειδή | κακτοειδές |
| Κλητική | κακτοειδή / κακτοειδής | κακτοειδής | κακτοειδές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακτοειδείς | κακτοειδείς | κακτοειδή |
| Γενική | κακτοειδών | κακτοειδών | κακτοειδών |
| Αιτιατική | κακτοειδείς | κακτοειδείς | κακτοειδή |
| Κλητική | κακτοειδείς | κακτοειδείς | κακτοειδή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →