κακό
•
- συμφορά, καταστροφικό γεγονός, π.χ. πυρκαγιά, πόλεμος, αρρώστια κλπ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κακός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κακό | κακά |
| Γενική | κακού | κακών |
| Αιτιατική | κακό | κακά |
| Κλητική | κακό | κακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →