κακόβουλος
•
- που ελπίζει και προσπαθεί να προκαλέσει κακό Βικιλεξικό
- Δεν είναι λίγοι και αυτοί που διασχίζουν θάλασσες ταμένοι από καιρό, αδιαφορώντας αν θα φιλά την πρύμνη του κακόβουλο το κύμα ή αν μέσα στ'άρμενα τ'αγέρι το σφοδρό δεν πνέει πρίμα, γιατί πιστεύουν δυνατά πως ο Άγιος που τους τραβά έχει τη δύναμη και τα στοιχειά τα φυσικά σαν τις ψυχές να γαληνεύει. (Ευστράτιος Δήσσος, Το Ιστορικό και τα Θαύματα του Ταξιάρχη Μανταμάδου, 2019)
Ετυμολογία
κακόβουλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κακόβουλος. Αναλύεται σε κακό- + βουλ(ή) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακόβουλος | κακόβουλη | κακόβουλο |
| Γενική | κακόβουλου | κακόβουλης | κακόβουλου |
| Αιτιατική | κακόβουλο | κακόβουλη | κακόβουλο |
| Κλητική | κακόβουλε | κακόβουλη | κακόβουλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακόβουλοι | κακόβουλες | κακόβουλα |
| Γενική | κακόβουλων | κακόβουλων | κακόβουλων |
| Αιτιατική | κακόβουλους | κακόβουλες | κακόβουλα |
| Κλητική | κακόβουλοι | κακόβουλες | κακόβουλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →