Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακόζηλος

/kaˈko.zi.los/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για λόγοπου μιμείται άσχημα και αδέξια κάποιον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακόζηλος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κακόζηλος < κακό- + -ζηλος < αρχαία ελληνική ζῆλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακόζηλοςκακόζηληκακόζηλο
Γενικήκακόζηλουκακόζηληςκακόζηλου
Αιτιατικήκακόζηλοκακόζηληκακόζηλο
Κλητικήκακόζηλεκακόζηληκακόζηλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακόζηλοικακόζηλεςκακόζηλα
Γενικήκακόζηλωνκακόζηλωνκακόζηλων
Αιτιατικήκακόζηλουςκακόζηλεςκακόζηλα
Κλητικήκακόζηλοικακόζηλεςκακόζηλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →