Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακόθυμος

/kaˈko.θi.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. δύσθυμος, κακοδιάθετος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακόθυμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κακόθυμος < (αρχαία ελληνική κακός) κακό- + θυμ(ός) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακόθυμοςκακόθυμηκακόθυμο
Γενικήκακόθυμουκακόθυμηςκακόθυμου
Αιτιατικήκακόθυμοκακόθυμηκακόθυμο
Κλητικήκακόθυμεκακόθυμηκακόθυμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακόθυμοικακόθυμεςκακόθυμα
Γενικήκακόθυμωνκακόθυμωνκακόθυμων
Αιτιατικήκακόθυμουςκακόθυμεςκακόθυμα
Κλητικήκακόθυμοικακόθυμεςκακόθυμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →