καλάγι
•
- λογοτεχνικόο κασσίτερος, ο ψευδάργυρος Βικιλεξικό
- Κι ήρθαν κι οι γύφτοι που δουλεύουν / το χάλκωμα και το καλάγι, / κι οι ατσίγγανοι οι καλοτεχνίτες, / κι οι γύφτοι οι σφυροκόποι νά τους! / με τα πανάρχαια σύνεργά τους, / με τα διπλά τους φυσητήρια, / γύφτοι χαλκιάδες με τα σύνεργα / τα χίλια μύρια
Ετυμολογία
καλάγι < καλάι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλάγι | καλάγια |
| Γενική | καλαγιού | καλαγιών |
| Αιτιατική | καλάγι | καλάγια |
| Κλητική | καλάγι | καλάγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →