Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλάγι

/kaˈla.ʝi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λογοτεχνικόο κασσίτερος, ο ψευδάργυρος Βικιλεξικό
    • Κι ήρθαν κι οι γύφτοι που δουλεύουν / το χάλκωμα και το καλάγι, / κι οι ατσίγγανοι οι καλοτεχνίτες, / κι οι γύφτοι οι σφυροκόποι νά τους! / με τα πανάρχαια σύνεργά τους, / με τα διπλά τους φυσητήρια, / γύφτοι χαλκιάδες με τα σύνεργα / τα χίλια μύρια

Ετυμολογία

καλάγι < καλάι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλάγικαλάγια
Γενικήκαλαγιούκαλαγιών
Αιτιατικήκαλάγικαλάγια
Κλητικήκαλάγικαλάγια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →