καλάρω
•
- ναυτικός όροςρίχνω τα δίχτυα στη θάλασσα Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςμαζεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλάρω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλάρω < βενετική calar / ιταλική calare < υστερολατινική calare < λατινική chalare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος chalo < αρχαία ελληνική χᾰλάω (αντιδάνειο)
Άλλοι τύποι
καλάρισακαλαρισμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →