Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλίκωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κρητικάυπόδηση, παπούτσια Βικιλεξικό
    • Εγώ θέλω να φορώ καλίκωση κάθε μέρα και να πηγαίνω και στην εκκλησία την Κυριακή καλικωμένη, επέμενε το Ρηνιώ, αδιάφορο για τις δυσκολίες της μάνας της να της εξασφαλίσει καινούρια ξυλοφελουκάκια, που φορούσαν τότε-όσα φορούσαν-τα μικρά παιδιά. (Ειρήνης Ταχατάκη, Πουλιέται, προδημοσίευση, Αγγελοπατημασιές στον Πάσπαρο, εφημερίδα Πατρίς, 03/01/2006, https://web.archive.org/web/20211121170124/https://archive.patris.gr/articles/76706)

Ετυμολογία

καλίκωση < καλικώνω (βάζω παπούτσια) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλίκωσηκαλικώσεις
Γενικήκαλίκωσηςκαλικώσεων
Αιτιατικήκαλίκωσηκαλικώσεις
Κλητικήκαλίκωσηκαλικώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →