καλαθιάζω
•
- βάζω μια ποσότητα προϊόντων σε καλάθια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλαθιάζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλαθιάζω | καλαθιάζεις | καλαθιάζει | καλαθιάζουμε | καλαθιάζετε | καλαθιάζουν / καλαθιάζουνε |
| Παρατατικός | καλάθιαζα | καλάθιαζες | καλάθιαζε | καλαθιάζαμε | καλαθιάζατε | καλάθιαζαν / καλαθιάζαν / καλαθιάζανε |
| Αόριστος | καλάθιασα | καλάθιασες | καλάθιασε | καλαθιάσαμε | καλαθιάσατε | καλάθιασαν / καλαθιάσαν / καλαθιάσανε |
| Μέλλοντας | θα καλαθιάζω / θα καλαθιάσω | θα καλαθιάζεις / θα καλαθιάσεις | θα καλαθιάζει / θα καλαθιάσει | θα καλαθιάζουμε / θα καλαθιάσουμε | θα καλαθιάζετε / θα καλαθιάσετε | θα καλαθιάζουν / θα καλαθιάζουνε / θα καλαθιάσουν / θα καλαθιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλαθιάσει | έχεις καλαθιάσει | έχει καλαθιάσει | έχουμε καλαθιάσει | έχετε καλαθιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλαθιάσει | είχες καλαθιάσει | είχε καλαθιάσει | είχαμε καλαθιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλαθιάσει / να καλαθιάζω / να καλαθιάσω | να έχεις καλαθιάσει / να καλαθιάζεις / να καλαθιάσεις | να έχει καλαθιάσει / να καλαθιάζει / να καλαθιάσει | να έχουμε καλαθιάσει / να καλαθιάζουμε / να καλαθιάσουμε | να έχετε καλαθιάσει / να καλαθιάζετε / να καλαθιάσετε | να καλαθιάζουν / να καλαθιάζουνε / να καλαθιάσουν / να καλαθιάσουνε |
| Προστακτική | — | καλάθιαζε / καλάθιασε | — | — | καλαθιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καλαθιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →